LSJἡγεσίλᾱοςGlossἡγεσίλᾱος , ἡγησίλεως [ῐ] , v. ἀγησίλαος .ἡγεσίλᾱος,ἡγησίλεως [ῐ],A.v. ἀγησίλαος .Related Lemmasἡγησίλεως