ἅλς(A),ἁλός[ᾰ], ὁ: dat. pl.ἅλασιν(v. infr.):—
A. salt,
πάσσε δ' ἁλὸς θείοιο
Il. 9.214
, cf. Od. 17.455 ;ἁλὸς μέταλλονasalt-mine, Hdt. 4.185 ;ἁλὸς χόνδροιlumps ofrock-salt,ib. 181 : sg. also Ar. Ach. 835 , Philyll. 28 , Axionic. 8 : more freq. in pl., Od. 11.123 , Hdt. 4.53 , al., etc.:—prov. phrases: οὐ σύ γ' ἂν . . σῷ ἐπιστάτη οὐδ' ἅλα δοίης
Od. 17.455
; φῄς μοι πάντα δόμεν: τάχα δ' . . οὐδ' ἅλα δοίης
Theoc. 27.61
;ἅλας συναναλῶσαι,i.e. to be bound by ties of hospitality, Arist. EN 1156b27 ;τῶν ἁλῶν συγκατεδηδοκέναι μέδιμνονto have eaten a bushel ofsalttogether, i.e. to be old friends, Com.Adesp. 176 ;οἱ περὶ ἅλα καὶ κύαμον,of friends, Plu. 2.684e , cf. Arist. EE 1238a3 ; ὅρκον μέγαν, ἅλας τε καὶ τράπεζαν
Archil. 96
; ποῦ ἅλες; ποῦ τράπεζαι;
D. 19.189
;τοὺς ἅλας παραβαίνεινib. 191 ; τοὺς τῆς πόλεως ἅλας περὶ πλείονος ποιήσασθαι τῆς ξενικῆς τραπέζης