ἦκα,Adv.:
I. of Place or Motion,slightly, a little,ἦκ' ἐπ' ἀριστερά a littleto the left, Il. 23.336 ; ἦ. παρακλίνας κεφαλήν
Od. 20.301
: hence, generally,softly, gently, ἦ. ἐλάσαι
18.94
, cf. 92 ; ἀπώσατο ἦ. γέροντα
Il. 24.508
; ἦ. μάλα ψύξασα
20.440
; ἦ. κιόντας
Od. 17.254
; ἦ. βιησάμενος
Nic. Al. 226
.
II. of Sound,softly, low, ἦ. πρὸς ἀλλήλους ἀγόρευον
Il. 3.155
;ἦ. μύρεσθαι, μάλ' ὁμαδῆσαι, A.R. 3.463 , 565 .