ἠκάδα: ἠνδρωμένην γυναῖκα, Hsch.
ἠκαῖον: ἀσθενές, Id.ἤκαλος,ον,
A.
= ἀκαλός , Call. Fr. 27 P.:—alsoἠκαλέον γελόωσα: πράως, οὐκ ἐσκυθρωπακυῖα, Hsch.
ἤκᾰχε, v. ἀχεύω, ἀχέω (A) 11.1 .
ἠκάδα: ἠνδρωμένην γυναῖκα , Hsch. ἠκαῖον: ἀσθενές , Id. ἤκαλος , ον , = ἀκαλός , Call. Fr. 27 P.:—also ἠκαλέον γελόωσα: πράως, οὐκ ἐσκυθρωπακυῖα , Hsch. ἤκᾰχε , v. ἀχεύω, ἀχέω (A) 11.1 .
ἠκάδα: ἠνδρωμένην γυναῖκα, Hsch.
ἠκαῖον: ἀσθενές, Id.ἤκαλος,ον,
A.
= ἀκαλός , Call. Fr. 27 P.:—alsoἠκαλέον γελόωσα: πράως, οὐκ ἐσκυθρωπακυῖα, Hsch.
ἤκᾰχε, v. ἀχεύω, ἀχέω (A) 11.1 .