ἠλάκᾰτα[ᾰκ],ων,τά , only in pl.,
A. wool on the distaff, ἠλάκατα στρωφῶς' ἁλιπόρφυρα
Od. 6.53
, 306 , cf. 7.105 ; ἠ. στροφαλίζετε
18.315
; ἠ. ἀνελισσομένης
Alex.Aet. 3.4
.
wool on the distaff
ἠλάκᾰτα[ᾰκ],ων,τά , only in pl.,
A. wool on the distaff, ἠλάκατα στρωφῶς' ἁλιπόρφυρα
Od. 6.53
, 306 , cf. 7.105 ; ἠ. στροφαλίζετε
18.315
; ἠ. ἀνελισσομένης
Alex.Aet. 3.4
.