ἠλάσκω, Ep. form ofἀλαίνω(cf.ἠλαίνω),
A. wander, stray, roam, [ ἔλαφοι] αὔτως ἠλάσκουσαι ἀνάλκιδες
Il. 13.104
; [ μυῖαι] κατὰ σταθμὸν ποιμνήϊον ἠλάσκουσιν
2.470
; of persons, Emp. 121.4 , D.P. 675 .
wander, stray, roam
ἠλάσκω, Ep. form ofἀλαίνω(cf.ἠλαίνω),
A. wander, stray, roam, [ ἔλαφοι] αὔτως ἠλάσκουσαι ἀνάλκιδες
Il. 13.104
; [ μυῖαι] κατὰ σταθμὸν ποιμνήϊον ἠλάσκουσιν
2.470
; of persons, Emp. 121.4 , D.P. 675 .