ἧλιξ, Dor.
ἇλιξ, Aeol.
ἆλιξ
Sapph. 119 ,ῐκος,ὁ , ἡ:—
A. of the same age,καταίθουσα παιδὸς . . δαλὸν ἥλικ', of Meleager's torch, A. Ch. 608 ; δρῦς
A.R. 2.479
; Πηλῆος . . ἥ. χαίτην
Tryph. 637
: mostly in pl., βόες . . ἥλικες ἰσοφόροι
Od. 18.373
; ἅλικες οἷα παρθένοι
Pi. P. 3.17
;ὦνδρες ἥ. Ar. V. 245 ; ὑφ' ἡλίκων νεανίδων
Id. Th. 1030
(lyr.);ἐν ἅλικι χρόνῳinequaltime, B. 7.45 .
2. Subst.,fellow, comrade, οἱ ἥλικες
Hdt. 1.34