ἤλῠθον,
A.
v. ἔρχομαι .ἦλυξ,ῠγος,ὁ, = ἠλύγη , Choerob. in Theod. 2.400 ;ἠλύγων ὀρέων: ἐν σκότῳ κατεχομένων, Hsch. (leg.-αίων).ἤλυξα, v. ἀλύσκω .ἠλῠσίη,ἡ, = ἤλυσις, ὁδός , Id., cf. EM 497.9 .
ἤλῠθον , v. ἔρχομαι . ἦλυξ , ῠγος , ὁ , = ἠλύγη , Choerob. in Theod. 2.400 ; ἠλύγων ὀρέων: ἐν σκότῳ κατεχομένων , Hsch. (leg. -αίων ). ἤλυξα , v. ἀλύσκω . ἠλῠσίη , ἡ , = ἤλυσις, ὁδός , Id., cf. EM 497
ἤλῠθον,
A.
v. ἔρχομαι .ἦλυξ,ῠγος,ὁ, = ἠλύγη , Choerob. in Theod. 2.400 ;ἠλύγων ὀρέων: ἐν σκότῳ κατεχομένων, Hsch. (leg.-αίων).ἤλυξα, v. ἀλύσκω .ἠλῠσίη,ἡ, = ἤλυσις, ὁδός , Id., cf. EM 497.9 .