ἡμι-δᾰής,ές, (δαίωA)
A. half-burnt, νηῦς
Il. 16.294
; Φαέθων
A.R. 4.598
.
II. (δατέομαι)half-divided, half-mangled, σκύβαλον
AP 9.375
; χειρὸς βάρος
Nic. Al. 55
(cf.ἡμιδεής).
half-burnt
ἡμι-δᾰής,ές, (δαίωA)
A. half-burnt, νηῦς
Il. 16.294
; Φαέθων
A.R. 4.598
.
II. (δατέομαι)half-divided, half-mangled, σκύβαλον
AP 9.375
; χειρὸς βάρος
Nic. Al. 55
(cf.ἡμιδεής).