ἁλῠσιδωτός,ή,όν,
A. wrought in chain fashion,
ἁ. θώραξ
Plb. 6.23.15
(pl), D.S. 5.30 , etc.; opp.λινοθώραξ, στάδιος θώραξ,
Str. 3.3.6 , Sch. A.R. 3.1226 .
wrought in chain fashion,
ἁλῠσιδωτός,ή,όν,
A. wrought in chain fashion,
ἁ. θώραξ
Plb. 6.23.15
(pl), D.S. 5.30 , etc.; opp.λινοθώραξ, στάδιος θώραξ,
Str. 3.3.6 , Sch. A.R. 3.1226 .