LSJἡμίσειαGlossἡμίσεια , ἡ , ἡμίσεον , τό , ἡμίσεος , ἥμισος , v. ἥμισυς .ἡμίσεια,ἡ,ἡμίσεον,τό,ἡμίσεος,ἥμισος,A.v. ἥμισυς .Related Lemmasἡμίσεονἡμίσεοςἥμισος