ἡμιτελ-ής,ές, (τέλος)
A. half-finished,δόμος ἡ. a housebut half complete, i.e. childless, Il. 2.701 ; βίος
Str. 7.3.3
, cf. Luc. DMort. 19.1 ; Ὀλύμπιον
Dicaearch. 1.1
; ἡ. θάλαμος
AP 7.627
( Diod. ); ἡ. νίκη
D.H. 2.42
; φωναί
Id. Comp. 14
; ἐνέργειαι
Aret. SD 1.7
; of a child, Luc. Sacr. 5 ; οὐδὲν ἡμιτελὲς καταλείπειν
X. Cyr. 8.1.3
; ἡ. ἀφιέναι
D.H. Th. 9