ἡμι-τυμπάνιστος[ᾰ],ον , sine expl. (cf.ἀποτυμπανίζω), Poll. 6.160 ;=ἡμιθανής, Hsch. (-στήςcod.).
ἡμι-τυμπάνιστος
Gloss
ἡμι-τυμπάνιστος [ ᾰ], ον , sine expl. (cf. ἀποτυμπανίζω ), Poll. 6.160 ;= ἡμιθανής , Hsch. ( -στής cod.).
ἡμι-τυμπάνιστος [ ᾰ], ον , sine expl. (cf. ἀποτυμπανίζω ), Poll. 6.160 ;= ἡμιθανής , Hsch. ( -στής cod.).
ἡμι-τυμπάνιστος[ᾰ],ον , sine expl. (cf.ἀποτυμπανίζω), Poll. 6.160 ;=ἡμιθανής, Hsch. (-στήςcod.).