ἤμορος,ον,=ἄμοιρος, Hsch. , Phot. :—fem.ἠμορίς,ίδος, A. Fr. 165 :ἠμόριξεν: ἄμοιρον ἐποίησεν, Hsch. (ἤμορος
Ion. form=
Aeol.
ἄμμορος(q.v.).)
ἤμορος , ον ,= ἄμοιρος , Hsch. , Phot. :—fem. ἠμορίς , ίδος , A. Fr. 165 : ἠμόριξεν: ἄμοιρον ἐποίησεν , Hsch. ( ἤμορος Ion. form = Aeol. ἄμμορος (q.v.).)
ἤμορος,ον,=ἄμοιρος, Hsch. , Phot. :—fem.ἠμορίς,ίδος, A. Fr. 165 :ἠμόριξεν: ἄμοιρον ἐποίησεν, Hsch. (ἤμορος
Ion. form=
Aeol.
ἄμμορος(q.v.).)