ἦμος, Dor.
ἆμος,Adv.of Time, correl. toτῆμος,
A. at which time, when, in Hom. , freq. in protasi withτῆμος, τῆμος ἄρα . . , τῆμος δή . ., etc., in apodosi (v.τῆμος) ; ἆμος . . , τᾶμος . .
Theoc. 13.25
; ἦ. . . , δὴ τότε
Il. 1.475
, al.: folld. by δὴ τότ' ἔπειτα
Od. 17.1
; by καὶ τότε δή
Il. 8.68
; by καὶ τότ' ἔπειτα
1.477
; by καὶ τότε δή ῥα
16.779
; byἄραorῥάalone, Od. 2.1 , 19.428 , cf. S. Aj. 935 (lyr.); by τηνικαῦτα
Hdt. 4.28
; by τότε