ἡνία(B), Dor.
ἁνία,ἡ, post- Hom. ,= foreg.,
A. bridle, reins, in pl., Pi. P. 5.32 , A. Pers. 193 , etc.; πρὸς ἡνίας μάχεσθαι
Id. Pr. 1010
;εἰς τοὐπίσω ἑλκύσαι τὰς ἡ. Pl. Phdr. 254c : less freq. in sg.,Ἥλιε . . ἐπισχὼν χρυσόνωτον ἡ. S. Aj. 847 ; ἡ. χαλᾶν
E. Fr. 409
: the sg. forone rein, ἔπειτα λύων ἡ. ἀριστεράν
S. El. 743
.
2. metaph., Ἔρως . . ἡνίας ηὔθυνε παλιντόνους
Ar. Av. 1739
; δυοῖν γυναικοῖν ἄνδρ' ἕν' ἡνίας ἔχειν
E. Andr. 178
; ἐφεῖναι καὶ χαλάσαι τὰς ἡ. τοῖς λόγοις
Pl. Prt. 338a
;παραλαβοῦσαι τῆς πόλεως τὰς ἡ. Ar. Ec. 466 ;τούτῳ παραδώσω τῆς πυκνὸς τὰς ἡ. Id. Eq. 1109 ; γαστρὸς πᾶσαν ἡ. κρατεῖν