LSJἡνιοχ-ητικόςGlossἡνιοχ-ητικός , ή , όν ,= sq., Procl. in Prm. p.520S. ( v.l. -οχικός ).ἡνιοχ-ητικός,ή,όν,= sq., Procl. in Prm. p.520S. (A.v.l. -οχικός ).