ἠνορέη, Dor.
ἀνορέα,ἡ, (ἀνήρ) poet. word forἀνδρεία,
A. manhood, prowess, ἠνορέῃ πίσυνοι καὶ κάρτεϊ χειρῶν
Il. 8.226
; κάρτεί̈ τε σθένεί̈ τε πεποιθότας ἠνορέῃ τε
17.329
; ἱπποσύνῃ τε καὶ ἠνορέηφι πεποιθώς
4.303
; ἀλκῇ τ' ἠνορέῃ τε κεκάσμεθα
Od. 24.509
; ἀνορέας οὐκ ἀμπλακών
Pi. O. 8.67
;manly beauty, ἠ. ἐρατεινήν
Il. 6.156
;ὕδατος ἠ. itsstrength, Epigr. ap. Ael. NA 10.40 ;force, πολλάκι τοι ῥέα μῦθος, ὅ κεν μόλις ἐξανύσειεν ἠνορέη, τόδ' ἔρεξε
A.R. 3.189