ἠπεροπ-εύω, Ep. Verb, used only inpres.andimpf.,
A. cheat, cajole: c. acc. pers., esp. ofseduction, γυναῖκας ἀνάλκιδας ἠπεροπεύεις
Il. 5.349
; τά τε φρένας ἠπεροπεύει θηλυτέρῃσι γυναιξί
Od. 15.421
; so of Aphrodite,τί με ταῦ́τα λιχαίεαι ἠπεροπεύειν; Il. 3.399 : generally, 23.605 , Od. 14.400 , 15.419 ; ἐμὰς φρένας
13.327
, Hes. Op. 55 .