ἤπῐος,α,ον, alsoος,ον
Hes. Th. 407 , E. Tr. 53 , etc.
1. of persons,gentle, kind, πατὴρ ὣς ἤπιος αἰεί
Il. 24.770
, cf. Od. 2.47 , 234 ; of a monarch,ἀγανὸς καὶ ἤ. ib. 230 , 5.8 . cf. 14.139 ; ἡνίοχος
Il. 23.281
: c. dat. pers., ἐθέλω δέ τοι ἤπιος εἶναι
8.40
, cf. Od. 10.337 , etc.; ἤ. ἀνθρώποισι καὶ ἀθανάτοισι θεοῖσι
Hes. Th. 407
; ἠπιώτερος τοῦ πατρός
Hdt. 5.92
.ζ́; of the gods, σωτῆρας . . ἠπίους θ' ἡμῖν μολεῖν
S. Ph. 738
; θεὸς ἀνθρώποισιν -ώτατος
E. Ba. 861