ἠρα(B), acc. sg.,=χάριν,
A. service, gratification, θυμῷ ἦ. φέροντες
Il. 14.132
; μητρὶ φίλῃ ἐπὶ ἦ. φέρων
1.572
, cf. 578 ; ἐπ' Ἀτρεί̈δῃ Ἀγαμέμνονι ἦ. φέροντες
Od. 3.164
; λαοί . . ἐφ' ἡμῖν ἦ. φέρουσιν
16.375
; ἐπ' Ἴρῳ ἦ. φέρων
18.56
; ἦ. κομίζειν
Orph. L. 761
.
II. later c. gen., = χάριν ,for the sake of, on account of, for, ἦ. πάλας
B. 10.21
; ἦ. φιλοξενίης