ἠρεμ-ήρης, anAdj.termin.,
1. fromἀραρ-εῖν, ἀραρ-ίσκω, as inθυμαρής, φρενήρης, χαλκήρης, εὐήρης.
2. fromἐρε-(ἐρέ-της), as inἀμφήρης, ἁλιήρης, τριήρης, etc.
3. prob. from (ϝ)ηρ-(cf.ἦραB) in pr.n.Περιήρης, Διώρης(fr.Διοήρης).
ἠρεμ-ήρης , an Adj. termin., from ἀραρ-εῖν, ἀραρ-ίσκω , as in θυμαρής, φρενήρης, χαλκήρης, εὐήρης . from ἐρε- ( ἐρέ-της ), as in ἀμφήρης, ἁλιήρης, τριήρης , etc. prob. from ( ϝ ) ηρ- (cf. ἦρα B) in pr
ἠρεμ-ήρης, anAdj.termin.,
1. fromἀραρ-εῖν, ἀραρ-ίσκω, as inθυμαρής, φρενήρης, χαλκήρης, εὐήρης.
2. fromἐρε-(ἐρέ-της), as inἀμφήρης, ἁλιήρης, τριήρης, etc.
3. prob. from (ϝ)ηρ-(cf.ἦραB) in pr.n.Περιήρης, Διώρης(fr.Διοήρης).