ἡσῠχ-άζω,fut.
A.
-άσω
Th. 2.84
, AP 5.132 ( Maec. ), -άσομαι
Luc. Gall. 1
:aor.
ἡσύχᾰσα
Th. 1.12
: (ἥσυχος):—keep quiet, be at rest,σὺ δ'
ἡσύχαζε
A. Pr. 329
, cf. 346 ;ἡ ἀπορία τοῦ μὴ ἡσυχάζεινthe difficulty offinding rest, Th. 2.49 ; οἱ πολέμιοι ἡσύχαζον
X. An. 5.4.16
; ἀνάγκη τὸ ἡσυχάζον ἑστάναι
Pl. Prm. 162e
; τοὺς [νόμους] οὐκ ἐῶν ἡσυχάζειν ἐν τιμωρίαις