ἠῠ-γένειος,ἠῠ-γενής,ἠῠ́-δενδρος,ἠῠ-κάρηνος,ἠῠ́-κομος,ἠῠ́-πυργος, etc., Ep. and Lyr. forεὐ-.
ἠῠ-γένειος
Gloss
ἠῠ-γένειος , ἠῠ-γενής , ἠῠ́-δενδρος , ἠῠ-κάρηνος , ἠῠ́-κομος , ἠῠ́-πυργος , etc., Ep. and Lyr. for εὐ- .
ἠῠ-γένειος , ἠῠ-γενής , ἠῠ́-δενδρος , ἠῠ-κάρηνος , ἠῠ́-κομος , ἠῠ́-πυργος , etc., Ep. and Lyr. for εὐ- .
ἠῠ-γένειος,ἠῠ-γενής,ἠῠ́-δενδρος,ἠῠ-κάρηνος,ἠῠ́-κομος,ἠῠ́-πυργος, etc., Ep. and Lyr. forεὐ-.