θαβακόν(i.e.θάϝακον): θακὸν ἢ ὁμορόν(fort.θᾶκον ἢ θρόνον), Hsch.
θαβακόν
Gloss
θαβακόν (i.e. θάϝακον ) : θακὸν ἢ ὁμορόν (fort. θᾶκον ἢ θρόνον ), Hsch.
θαβακόν (i.e. θάϝακον ) : θακὸν ἢ ὁμορόν (fort. θᾶκον ἢ θρόνον ), Hsch.
θαβακόν(i.e.θάϝακον): θακὸν ἢ ὁμορόν(fort.θᾶκον ἢ θρόνον), Hsch.