θᾰλυκρός,ά,όν,
A. hot, glowing, ἁπάντῃ πάντα θ. ἐγώ
Call.
Fr.anon.
69 ; θ. κέντρον ἐρωμανίης
AP 5.219
( Agath. ):—henceθαλυκρέομαι, = ψεύδομαι , Hsch.
hot, glowing
θᾰλυκρός,ά,όν,
A. hot, glowing, ἁπάντῃ πάντα θ. ἐγώ
Call.
Fr.anon.
69 ; θ. κέντρον ἐρωμανίης
AP 5.219
( Agath. ):—henceθαλυκρέομαι, = ψεύδομαι , Hsch.