θᾶξαι: μεθύσαι, andτεθαγμένοι: μεμεθυσμένοι, andθαχμῆναι(cod., leg.θαχθῆμεν): θωρηχθῆναι( Dor. ), Hsch. ; cf.Θώσσω.
θᾶξαι:
Gloss
θᾶξαι: μεθύσαι , and τεθαγμένοι: μεμεθυσμένοι , and θαχμῆναι (cod., leg. θαχθῆμεν ) : θωρηχθῆναι ( Dor. ), Hsch. ; cf. Θώσσω .