θαρρᾰλέος,θαρρέω,θαρρητικός,θάρρος,θαρρύνω, Att. forθαρσ-.
θαρρᾰλέος
Gloss
θαρρᾰλέος , θαρρέω , θαρρητικός , θάρρος , θαρρύνω , Att. for θαρσ- .
θαρρᾰλέος , θαρρέω , θαρρητικός , θάρρος , θαρρύνω , Att. for θαρσ- .
θαρρᾰλέος,θαρρέω,θαρρητικός,θάρρος,θαρρύνω, Att. forθαρσ-.