θάρσος, Att.
θάρρος, Aeol.
θέρσος(q.v.),εος,τό, (θρασύς)
A. courage, Il. 6.126 ;θ. τινός courage to doa thing, A. Ch. 91 , S. OC 48 : c. gen.,courage against . ., πολεμίων
Pl. Lg. 647b
; πρὸς τοὺς πολεμίους
X. Cyr. 4.2.15
;θ. ἴσχεtakecourage!
S. Ph. 807 ; θ. ἔχειν περί τινος
Id. El. 412
; φρεσὶ θ. ἀέξειν
Hes. Sc. 96
; αἴρειν πρός τι
E. IA 1598
; λαβεῖν
Act.Ap. 28.15
; but θ. ἔλαβέ τινας