θαρσύνω [ῡ], Att.
θαρρύνω, causal ofθαρσέω,
A. encourage, embolden,θάρσυνον(aor.imper.) δέ οἱ ἦτορ
Il. 16.242
; θαρσύνεσκε παριστάμενος ἐπέεσσιν
4.233
; θ. μύθῳ
10.190
;θ. λόγοις, opp.φοβεῖν, A. Pers. 216 (troch.); ἔργῳ καὶ λόγῳ
X. Cyr. 6.3.27
, cf. Hdt. 2.141 , Th. 2.59 , etc.
II. intr.,= θαρσέω, ἀλλ', ὦ φίλη, θάρσυνε
S. El. 916
.—Cf.θρασύνω.