θαυμ-αστός, Ion.
θωμ-,ή,όν,
A. wonderful, marvellous, first in neut. asAdv., θαυμαστὸν γανόωντα
h.Cer. 10
;ἔργα μεγάλα καὶ θ. Hdt. 1
Prooem.; θ. καρπός
Id. 9.122
;θ. λόχος γυναικῶν, of the Furies, A. Eu. 46 ; οὐδὲν τούτων θαυμαστὸν ἐμοί
S. Ph. 191
, etc.; ὃ πάντων -ότατον
Pl. Smp. 220a
;θ. πλέγμα, Medic., therete mirabile, Gal. 5.196 : c. acc., θαυμαστὴ τὸ κάλλος
Pl. Phd. 110c
; πᾶσαν ἀρετήν
Id. Lg. 945e
: c. gen., τῆς εὐσταθείας