θέᾱ, Ion.
θέη,ἡ, (θεάομαι)
A. seeing, looking at,θέης ἄξιος,
= ἀξιοθέητος , Hdt. 1.25 , cf. X. HG 6.2.34 ;θέαν λαβεῖνto take or geta view, S. Ph. 536 , 656 ;ἐς θέαν [τινὸς] ἔρχεσθαι, ἐπὶ θέαν τἀνδρὸς ἐλθεῖν, to goto see, E. IA 427 , Pl. La. 179e ; κατὰ θέαν ἀναβαίνειν τοῦ χωρίου
Th. 5.7
, cf. 9 , 6.31 ;ἠγριωμένος ἐπὶ τῇ θέᾳ τινόςat thesightof . . , X. Cyr. 1.4.24 ; βαδίζειν ἐπὶ κωμῳδῶν θέαν
Id. Oec. 3.7
.
b. of the mind,contemplation, ἡ τοῦ ὄντος θ.
Pl. R. 582c
, cf. Arist. Ph. 209b20 , etc.
2. aspect, διαπρεπὴς τὴν θ.
E. IA 1588
; αἰσχρὰν θ. παρέχειν
X. Eq. 7.2