LSJθεαστικόςGlossθεαστικός , ή , όν , ̔θεάζὠ = ἐνθουσιαστικός, βῆμα Mim.Oxy. 413.91 .θεαστικός,ή,όν , ̔θεάζὠA.= ἐνθουσιαστικός, βῆμαMim.Oxy. 413.91 .ReferencesMim.Oxy. 413.91