θέειον,θεειόω, Ep. forθεῖον(A),θειόω(q.v.):—alsoθέειος, forθεῖος(A):θεείω: θαυμάζω, Suid.
θέειον
Gloss
θέειον , θεειόω , Ep. for θεῖον (A), θειόω (q.v.):—also θέειος , for θεῖος (A): θεείω: θαυμάζω , Suid.
θέειον , θεειόω , Ep. for θεῖον (A), θειόω (q.v.):—also θέειος , for θεῖος (A): θεείω: θαυμάζω , Suid.
θέειον,θεειόω, Ep. forθεῖον(A),θειόω(q.v.):—alsoθέειος, forθεῖος(A):θεείω: θαυμάζω, Suid.