θεο-ειδής,ές,
A. godlike, in Hom. of form, Πρίαμος
Il. 24.217
, al.;Ἀλέξανδρος, Τηλέμαχος, 3.16 , Od. 14.173 , al.; Οὐρανίη
Hes. Th. 350
; θ. πρόσωπον
Pl. Phdr. 251a
; οἱ ποιηταὶ τοὺς καλοὺς θεοειδεῖς ὀνομάζουσιν
Plu. 2.988d
, cf. Pl. R. 501b .
II. generally,godlike, θεοειδές τί ἐστιν ἡ ψυχή
Id. Phd. 95c
, cf. Muson. Fr. 17p.91H. ; of things, λίθους, βοτάνας, ζῷα, ἀρώματα
Iamb. Myst. 5.23
: Comp.
-έστερος
Pl. Epin. 980d