ἀλωπέκ-ειος,α,ον, Ion.
ἀλωπέκ-εος,η,ον,
A. of a fox,
στέαρ
Gal. 14.331
; λίπος
Philum.
ap. Orib. 45.29.36 .
II. ἀλωπεκέη,
Att.
contr.
-κῆ(sc.δορά),fox-skin,
Hdt. 7.75 : prov., ὅπου ἡ λεοντῆ μὴ ἐφικνεῖται, προσραπτέον ἐκεῖ τὴν ἀλωπεκῆν
Plu. Lys. 7
.
of a fox,
ἀλωπέκ-ειος,α,ον, Ion.
ἀλωπέκ-εος,η,ον,
A. of a fox,
στέαρ
Gal. 14.331
; λίπος
Philum.
ap. Orib. 45.29.36 .
II. ἀλωπεκέη,
Att.
contr.
-κῆ(sc.δορά),fox-skin,
Hdt. 7.75 : prov., ὅπου ἡ λεοντῆ μὴ ἐφικνεῖται, προσραπτέον ἐκεῖ τὴν ἀλωπεκῆν
Plu. Lys. 7
.