θέω(B),
A. shine, gleam, ὀδόντων λευκὰ θεόντων
Hes. Sc. 146
(λευκαθεόντωνcj. Wackernagel);ὕλῃ χλωρὰ θεούσῃcj. in Theoc. 25.158 ; ποίην . . χλωρὰ θέουσαν
IG 14.1389i
i 24 ; cf.θοός(B),Λευκαθέα, λευκαθίζω.
shine, gleam
θέω(B),
A. shine, gleam, ὀδόντων λευκὰ θεόντων
Hes. Sc. 146
(λευκαθεόντωνcj. Wackernagel);ὕλῃ χλωρὰ θεούσῃcj. in Theoc. 25.158 ; ποίην . . χλωρὰ θέουσαν
IG 14.1389i
i 24 ; cf.θοός(B),Λευκαθέα, λευκαθίζω.