θηλή,ἡ, (θῆσαι)
A. teat, nipple, E. Cyc. 56 (lyr.), Hp. Epid. 5.101 , Pl. Cra. 414a ; τῶν μαστῶν ἡ θ., δι' ἧς . . τὸ γάλα διηθεῖται
Arist. HA 493a13
; of animals, ib. 500a24 ;θ. πεφιλοτεχνημέναιdumbteats, Sor. 1.115 .
II. headof a pole, κοντοὶ σὺν θηλαῖς σιδηραῖς
PLond. 3.1164h9
(iii A.D.).