Θηρίκλειος,α,ον, orος,ον,
A. made by Thericles, a famous Corinthian potter ( Eub. 31 , 43 ), Θ. κύλιξ
Alex. 96
, Thphr. HP 5.3.2 (pl.), Cleanth.Stoic. 1.133 ; κρατήρ
Alex. 119
, cf. IG 11(2).124.43 , al. (Delos,iii B.C.); ποτήρια
Phalar. Ep. 70
; freq.Θηρικλεία(or-ος) alone, Alex. 5 , Men. 226 , 324 ; Θ. ἡ μεγάλη
Diox. 4
; τῶν Θηρικλείων εὐκύκλωτον ἀσπίδα
Aristopho 14
; ὅσα δ' ἐστὶν εἴδη Θηρικλείων τῶν καλῶν
Dionys.Com. 5.1
.