θοάζω(B),
A.
= θάασσω ,sit, σοφίης ἐπ' ἄκροισι
Emp. 4.8
; ὑπ' ἀρχᾶς οὔτινος θοάζων [ζεὺς] κρατύνει
A. Supp. 595
;τίνας ποθ' ἕδρας τάσδε μοι θοάζετε; whyare ye inthissuppliant posture?
S. OT 2 , cf. Plu. 2.22e . (Cf.ἐπιθοάζω, θόωκος, θῶκος; v. θάσσω .)