θολερ-ός,ά,όν, (θολός)
A. muddy, foul, turbid, opp.καθαρόςorλαμπρός, prop. of troubled water, Hdt. 4.53 , Hp.
Aër.
8 , Th. 2.102 ; θ. καὶ πηλώδης
Pl. Phd. 113b
: metaph., λαμπρὸν δὲ θολερῷ δῶμα συμμείξας
E. Supp. 222
; θ. οὖρα
Hp. Epid. 1.7
; ἀήρ
Pl. Ti. 58d
( Sup.
-ώτατος) ; αἷμα
Arist. Somn.Vig. 458a14
( Sup. ); χυμοί
Thphr. CP 6.3.4
( Comp. ); νεφέλαι