θολ-ώδης,ες,
A. muddy, turbid, of water, Hp.
Aër.
8 ( Sup.
-έστατος) ; ἐν τοῖς ἀμμώδεσι ἢ θολώδεσι
Arist. HA 620b16
; also θ. καπνός
Vett.Val. 345.21
;πῦρlamb. Myst. 2.4 .
muddy, turbid
θολ-ώδης,ες,
A. muddy, turbid, of water, Hp.
Aër.
8 ( Sup.
-έστατος) ; ἐν τοῖς ἀμμώδεσι ἢ θολώδεσι
Arist. HA 620b16
; also θ. καπνός
Vett.Val. 345.21
;πῦρlamb. Myst. 2.4 .