θρέττε,τό,=τὸ θρασύ, οὐκ ἔνι μοι τὸ θ., barbarism in Ar. Eq. 17 .
θρέττε
Gloss
θρέττε , τό ,= τὸ θρασύ, οὐκ ἔνι μοι τὸ θ ., barbarism in Ar. Eq. 17 .
θρέττε , τό ,= τὸ θρασύ, οὐκ ἔνι μοι τὸ θ ., barbarism in Ar. Eq. 17 .
θρέττε,τό,=τὸ θρασύ, οὐκ ἔνι μοι τὸ θ., barbarism in Ar. Eq. 17 .