LSJθρην-ητήριοςGlossθρην-ητήριος , ον ,= θρηνητικός, ᾠδαὶ θ . Eust. 1372.26 .θρην-ητήριος,ον,=θρηνητικός, ᾠδαὶ θ. Eust. 1372.26 .