LSJθρῶναξGlossθρῶναξ , ακος , ὁ , Lacon. for κηφήν , Hsch. θρώπτει: σκώπτει , Idθρῶναξ,ακος,ὁ, Lacon. forκηφήν, Hsch.θρώπτει: σκώπτει, IdRelated Lemmasθρώπτει: