ἁμαξο-πληθής,ές, (πλῆθος)
A. large enough to fill a wagon,
λᾶας
E. Ph. 1158
; λίθος
Aen.Tact. 32.5
; ὄστρεια
Luc. VH 1.41
.
large enough to fill a wagon,
ἁμαξο-πληθής,ές, (πλῆθος)
A. large enough to fill a wagon,
λᾶας
E. Ph. 1158
; λίθος
Aen.Tact. 32.5
; ὄστρεια
Luc. VH 1.41
.