ἀμάρα[ᾰμᾰ], Ion.
ἀμάρη, ἡ,
A. trench, conduit, channel,for watering meadows, χερσὶ μάκελλαν ἔχων, ἀμάρης ἐξ ἔχματα βάλλων
Il. 21.259
; κρηναῖαι ἀμάραι
A.R. 3.1392
; βάλλεις εἰς ἀμάραν με
Theoc. 27.53
, cf. Sapph. 151 , Call. Cer. 30 , PFlor. 50.106 .
2. hollowof ear, EM 77.23 (pl.).