LSJἀμαράσαι:Glossἀμαράσαι: αἱ σῦς, οἱ δὲ κύνες, Hsch. ; cf. μαράσαι.ἀμαράσαι: αἱ σῦς, οἱ δὲ κύνες,Hsch. ; cf.μαράσαι.