LSJἀγηνόρειοςGlossἀγηνόρειος , Dor. ἀγᾱνόρειος , α , ον , = ἀγήνωρ , A. Pers. 1026 .ἀγηνόρειος, Dor.ἀγᾱνόρειος,α,ον,A.= ἀγήνωρ , A. Pers. 1026 .ReferencesA. Pers. 1026Related Lemmasἀγᾱνόρειος