θῠσαν-ωτός,ή,όν,=θυσανόεις, κιθών, αἰγέη, Hdt. 2.81 , 4.189 ;
A.
ἔνδυμα
J. BJ 5.5.7
.
θῠσαν-ωτός , ή , όν ,= θυσανόεις, κιθών, αἰγέη , Hdt. 2.81 , 4.189 ; ἔνδυμα J. BJ 5.5.7 .
θῠσαν-ωτός,ή,όν,=θυσανόεις, κιθών, αἰγέη, Hdt. 2.81 , 4.189 ;
A.
ἔνδυμα
J. BJ 5.5.7
.